Το Μετόχι Χθες

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Οι σημερινοί επισκέπτες της Μονής, όταν αντικρίζουν το εντυπωσιακό μοναστηριακό συγκρότημα, είναι μάλλον αδύνατο να το φανταστούν σκεπασμένο με κοπριά από τα κοπάδια και γεμάτο φιδοφωλιές. Ακούγεται εφιαλτικό, και όντως έτσι είναι – ή, μάλλον, ήταν. Η ιστορία ξεκινά πολύ μακριά από εδώ – μακρύτερα από τη Χαλκιδική και το Άγιον Όρος. Ας γυρίσουμε μερικές δεκαετίες πίσω, στα ωραία Τρίκαλα και στα γύρω χωριά. Τη δεκαετία του 1960, όταν ο ορθόδοξος μοναχισμός στην Ελλάδα βρισκόταν σε περίοδο παρακμής, μια ομάδα νέων ανδρών ξεκινούσε τον δύσκολο μοναχικό βίο στους απόκοσμους βράχους των Μετεώρων. Οι νέοι ενθουσιώδεις μοναχοί, εμπνεόμενοι από τις διδαχές του Γέροντά τους, αρχιμανδρίτη Αιμιλιανού –ο οποίος τότε ήταν ηγούμενος στη Μονή του Μεγάλου Μετεώρου–, εγκαταστάθηκαν στη Μονή των Μετεώρων. Παράλληλα με τους άνδρες, μία ομάδα νεανίδων έπαιρνε τις μεγάλες αποφάσεις για να ακολουθήσει την μοναχική ζωή. Όλες ήσαν πνευματικά τέκνα του Γέροντα Αιμιλιανού.

Οι δύο αδελφότητες εγκαταστάθηκαν στους υπερβατικούς μονόλιθους των Μετεώρων –η ανδρική στο Μεγάλο Μετέωρο και η γυναικεία στην πολύ μικρή Μονή των Αγίων Θεοδώρων– ζώντας παράλληλες ζωές με έναν κοινό στόχο: «…τὴν σωτηρίαν τῶν ψυχῶν καὶ τἠν ὑψοποιὸν καὶ φιλόθεον τελείωσιν καὶ μακαρίαν θέωσιν». Δεν έμελλε όμως να μονάσουν στα Μετέωρα για πολύ. Οι άνδρες μοναχοί, υπό την καθοδήγηση του Γέροντα Αιμιλιανού, αναζητώντας πιο ήσυχο τόπο για το έργο τους, έφυγαν το 1973 για να επανδρώσουν και να ξαναζωντανέψουν την σχεδόν έρημη Σιμωνόπετρα. Το ιστορικό μοναστήρι, το οποίο έκτισε ο όσιος Σίμων στη θέση που του υπέδειξε ένα άστρο, είναι ίσως το συναρπαστικότερο κτίσμα του Αγίου Όρους: ένα μετέωρο με επταώροφες οικοδομές πάνω στην άκρη του αθωνίτικου γκρεμού. Η Μονή, εξαιτίας αλλεπάλληλων καταστροφικών πυρκαγιών που γνώρισε στην ιστορία της, ήταν τότε σχεδόν άδεια από μοναχούς. Η έλευση της συνοδείας από τα Μετέωρα έλουσε και πάλι το Καθολικό με ψαλμωδίες. Η ζέστη των κεριών, το πυκνό άρωμα από το θυμίαμα, οι προσευχές των νέων μοναχών ζωντάνεψαν τον έρημο βράχο. Με τον ερχομό της η νέα αδελφότητα, με την ηγεσία του Γέροντα Aιμιλιανού, έδωσε νέα πνοή στον αγιορείτικο μοναχισμό προαναγγέλλοντας την ανανέωση που σημειώθηκε στο Περιβόλι της Παναγίας στα χρόνια που ακολούθησαν.

Όταν η ανδρική αδελφότητα άφησε τα Μετέωρα, η γυναικεία –που αριθμούσε ήδη 40 δόκιμες μοναχές– αναζητούσε μόνιμο τόπο εγκατάστασης κάπου κοντά στο Άγιον Όρος. Κατά συνέπεια, ξεκίνησε μια μεταβατική περίοδος αρκετά δύσκολη. Η διαρκής μέριμνα του Γέροντά τους αλλά και των Σιμωνοπετριτών πατέρων δεν άργησε να δώσει λύση.

Τον καιρό εκείνο, στο βατοπαιδινό μετόχι της Oρμύλιας ξεχειμώνιαζαν σαρακατσάνοι βοσκοί παρέα με τα πολυπληθή τους κοπάδια. Κυρίαρχη μονή ήταν η Μονή Βατοπαιδίου. Οι διατυπώσεις προχώρησαν, τα χρήματα για την εξαγορά βρέθηκαν –παρά το ενδιαφέρον που υπήρχε από ιδιώτες ώστε το μετόχι να αξιοποιούνταν τουριστικά– και έτσι, στις 20 Απριλίου του 1974, το βατοπαιδινό μετόχι της Ορμύλιας μεταβιβάζεται στην κυριότητα της Σιμωνόπετρας. Οι μοναχές έρχονται και εγκαθίστανται στο μετόχι.

10old

Το παλαιό Βατοπαιδινό μετόχι

13old

Η είσοδος του παλαιού μετοχίου
Στο βάθος ο παλαιός ναός του Ευαγγελισμού

%ce%bc 8 1

Το παλαιό Βατοπαιδινό μετόχι

%ce%bc 9

Το παλαιό Βατοπαιδινό μετόχι

Η ερήμωση που τις υποδέχτηκε ήταν σχεδόν πλήρης. Το μετόχι ήταν κάτι ανάμεσα σε στάνη και άθλια ερείπια. Πέτρινοι σκελετοί αδειανών κτηρίων και σκοτεινά ανοίγματα που έχασκαν χωρίς κουφώματα, είχαν μετατραπεί σε καταφύγιο για τα νυχτοπούλια και τα φίδια. Οι σαΐτες, οι οχιές και οι κουκουβάγιες είχαν γίνει –μαζί με τους νομάδες Σαρακατσάνους– οι νομείς του χώρου. Οι αδελφές συμφιλιώθηκαν αμέσως με την εικόνα, διότι γνώριζαν πως οι μεγάλες μορφές του μοναχισμού ασκήτεψαν σε πολύ χειρότερους τόπους. Οπλίστηκαν με κουράγιο και ενθουσιασμό για τη μοναχική ζωή και αποφάσισαν να κάνουν γη κατοικήσιμη την ερημιά – την δική τους πλέον ερημιά.

Η πρώτη θεία Λειτουργία τελέσθηκε στο παλαιό εκκλησάκι του Ευαγγελισμού, στις 5 Ιουλίου του 1974, μέρα σημαδιακή, κατά την οποία στο Άγιον Όρος εορτάζουν την μνήμη του οσίου Αθανασίου του Αθωνίτου, ιδρυτού του αγιορειτικού κοινοβιακού μοναχισμού. Εκείνη την ημέρα ο Άγιος, ψηλά από τους γαλανούς ουρανούς της Χαλκιδικής, ευλογούσε τον ωκεανό μόχθου στον οποίο βούτηξαν οι νέες προκειμένου να μεταμορφώσουν τον έρημο τόπο σε ιερό.

Επικεφαλής σε τούτη την προσπάθεια –όπως και στις υπόλοιπες και δυσκολότερες, δηλαδή τις πνευματικές– ήταν και παραμένει η γερόντισσα Νικοδήμη, ηγουμένη της αδελφότητος. Aυτή δίνει την έμπνευση, την χαρά και την ασφάλεια στον δρόμο της μοναχικής τελείωσης των αδελφών. Στην προσπάθεια συμμετείχαν με κάθε τρόπο και οι πατέρες της Σιμωνόπετρας καθώς και ο τότε Μητροπολίτης Κασσανδρείας Συνέσιος. Το ίδιο και οι πιστοί αγρότες από τα γύρω χωριά. Σκεφθείτε πόσο μεγάλο ήταν το κατόρθωμα! Μετάβαλαν το ερείπιο σε μοναχικό καταφύγιο, και μάλιστα με ελάχιστα μέσα, που προέρχονταν από τις προσφορές των ευσεβών γειτόνων τους. Παρά τις φοβερές δυσκολίες, τα χρόνια εκείνα ήταν γόνιμα και το φρόνημα των μοναζουσών ατσαλώθηκε. Όσοι βίωσαν εκείνη την εποχή, μιλούν για ένα μελίσσι που μοχθώντας αδιάκοπα έχτιζε, αποκαθιστούσε, διαμόρφωνε το έρημο μετόχι, χωρίς να προδίδει ούτε για μία στιγμή τον αρχικό και αιώνιο σκοπό των μοναχών, την βαθειά εσωτερική και λατρευτική ζωή.

Φάρος πάμφωτος στην πορεία αυτή, ο πνευματικός πατέρας της αδελφότητος, ο Γέροντας Αιμιλιανός. Η διδασκαλία του σφραγίζει κάθε στιγμή και κάθε έκφραση του κοινοβίου. Ο Γέροντας Αιμιλιανός, την 5η Μαΐου του 1975, παραδίδει το Τυπικόν θέτοντας έτσι τον θεμέλιο λίθο στην μοναστική παράδοση του Ιερού Κοινοβίου. Με τις διδαχές του στηρίζει και παρακινεί τις μοναχές στον τιτάνιο αγώνα τους. Προφητικά θα ακουστούν τα λόγια του: «Το γεμάτο κοπριές κτήριο θα είναι γεμάτο από ψυχές οι οποίες θα δοξολογούν τον Θεόν και μέσα εις την υλιστικότητα της εποχής μας θα είναι πνεύματα τα οποία κάθε ημέρα θα στέκουν μεταξύ γης και ουρανού, σαν να μην είναι άνθρωποι αυτής της γης, αλλά σαν να είναι ουράνιοι άνθρωποι, σαν να είναι άγγελοι που κατέβηκαν από τον ουρανόν για να μας διδάξουν τι θέλει από εμάς ο Θεός, ο οποίος οπωσδήποτε δεν θέλει τίποτε άλλο από το να εφαρμόζωμε τον νόμον του και να τον αγαπάμε».

Αρχικά, το καλύτερα διατηρημένο κτήριο του Μετοχίου μετετράπη σε στέγη για την νεοσύστατη αδελφότητα. Αντί για κουφώματα, πήχες με νάιλον έκλειναν τα ανοίγματα – λύση ανάγκης, λύση φτωχική, αλλά λύση. Η κοπριά φεύγει από τις αυλές και φαίνεται το πλακόστρωτο. Οι τοίχοι βάφονται, και σιγά σιγά το παλιό μετόχι αρχίζει να γίνεται μοναστήρι. Στην πορεία, νέες δόκιμες προσετέθησαν στην αδελφότητα. Καινούργιες πτέρυγες χτίστηκαν, και στις 14 Σεπτεμβρίου του 1980 θεμελιώνεται το Καθολικό από τον μητροπολίτη Κασσανδρείας Συνέσιο.

Οι επισκέπτες συνέρρεαν, κάτι που οδήγησε στην δημιουργία νέου αρχονταρικιού. Χτίστηκαν νέα βοηθητικά κτήρια, εργαστήρια, κελλιά, νέες πύλες, τράπεζα, ενώ έγιναν διαμορφώσεις του περιβάλλοντος χώρου. Η Μονή της Ορμύλιας αναδύεται σταδιακά, μέσα από τα ερείπια ενός αγιορείτικου μετοχίου και ανάμεσα στους ασημένιους ελαιώνες, μέσα από την πολύχρονη ιστορία του ορθόδοξου μοναχισμού σε έναν τόπο πολλαπλά ευλογημένο από την ασκητική ζωή. Το Μετόχι, την 25η Οκτωβρίου του 1991, με συγγιλιώδες γράμμα του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου, έλαβε Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή αξία.

Scroll Up